Violence, ever since the appearance of “legality” and parliamentarianism, has not only continued to play a historical role but is today, as in previous periods, ultimately the mainstay of dominant politics. The state in its entirety is predicated on violence. Its military organization and its mechanisms of control and suppression in themselves constitute hard proof.
When a “free citizen” is forcibly and against his will incarcerated in a narrow and isolated place, and when he is kept there for a stretch of time, everyone can understand that this is an act of violence. But from the moment this action takes place under the provisions of a unified book called the Penal Code, and that place is designated as the “Corinth Closed Residential Center for Migrants”, it is instantly transformed into an act of peaceful legality. If a man is forced, against his will, to systematically kill fellow humans, he commits an act of violence. But once this is designated as “military service”, the “good citizen” imagines himself breathing in the air of legality. If a person is deprived of part of his property and income against his will, no one would argue that this is an act of violence. But from the moment the theft is designated as “direct tax collection”, it becomes merely the application of the law.
The political violence of those in power grows on the financial ground of exploitation. What manifests before us as legality is nothing other than the violence of the dominant class raised in advance to the status of an imperative. From the moment, however, that the various acts of violence are defined as obligatory rulings, the situation becomes reflected in reverse in the thinking of the lawmakers and of the opportunist socialists: “law and order” are depicted as independent creations of “justice”, and state violence as a mere consequence, that is, as legal “sanction”.
According to the “logic of the reformists”, while those in power rely for their every action on violence, only those who are subjected to it should denounce, once and for all, the use of violence in their struggle against the system that oppresses them. “Legality” gives to the violence of the dominant class the seal of an all-powerful societal imperative.
Violence is and will remain the ultimate means of overthrow and transformation, the ultimate yardstick of competitiveness, whether latent or manifest. Not the love of violence nor revolutionary romanticism, but hard historical necessity is what prompts the organized, oppressed social strata to prepare for violent clashes, sooner or later, with those in power, because inevitably their endeavors will come into conflict with the vital interests of the powerful. Considering parliamentarianism as the exclusive means of political struggle is no less disorienting and, basically, reactionary than acquiescing in general strikes or roadblocks as the only means of struggle.
The concise understanding of the need for the use of violence, both in the various stages of political struggle and in the final overcoming of power, is a prerequisite, because it is precisely this understanding that lends force and decisiveness to peaceful and legal battles and actions.
If the forces of overthrow and transformation were to decide to relinquish in advance, once and for all, the use of violence, if they attempted to force the masses to bow before the dominant legality, then all political struggle, in parliament, in the unions, in local arenas, would by that token be ruefully bankrupt and would, sooner or later, be replaced by the unbridled sway of reactionary violence.
Aπό τότε που εμφανίστηκε η «νομιμότητα» και ο κοινοβουλευτισμός, η βία όχι μονάχα δεν έπαψε να παίζει έναν ιστορικό ρόλο, αλλά είναι και σήμερα επίσης, όπως και σε όλες τις προηγούμενες εποχές, σε τελευταία ανάλυση, η βάση της κυρίαρχης πολιτικής. Το κράτος στο σύνολο του βασίζεται στη βία. Η στρατιωτική του οργάνωση και ο ελεγκτικός και κατασταλτικός του μηχανισμός είναι αυτή καθεαυτή μια χειροπιαστή απόδειξη.
Όταν έναν «ελεύθερο πολίτη», παρά τη θέληση του, με τον εξαναγκασμό, τον κλείνουν σ’ ένα μέρος στενό και ακατοίκητο, κι όταν τον κρατάνε εκεί αρκετό καιρό – όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που η ενέργεια αυτή θα γίνει δυνάμει ενός ενιαίου βιβλίου, που ονομάζεται Ποινικός Νόμος, και το μέρος αυτό οριστεί ως «Κέντρο Κλειστής Φιλοξενίας Αλλοδαπών Κορίνθου», μετατρέπεται αμέσως σε πράξη ειρηνικής νομιμότητας. Αν ένας άνθρωπος εξαναγκαστεί, παρά τη θέληση του, να σκοτώνει συστηματικά συνανθρώπους του, διαπράττει βία. Μα από τη στιγμή που αυτό θα ονομαστεί «στρατιωτική υπηρεσία», ο “καλός πολίτης” φαντάζεται ότι αναπνέει τον αέρα της νομιμότητας. Αν σε ένα άτομο παρά τη θέληση του, στερήσουν άλλοι ένα μέρος της ιδιοκτησίας του και του εισοδήματος του, κανένας δε θα διστάσει να πει ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που αυτή η ληστεία ορίζεται ως «είσπραξη άμεσων φόρων», πρόκειται μονάχα για εφαρμογή του νόμου.
Η θεσμοθετημένη από την εξουσία βία, φυτρώνει πάνω στο οικονομικό έδαφος της εκμετάλλευσης. Ό,τι παρουσιάζεται στα μάτια μας ως νομιμότητα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η βία της κυρίαρχης τάξης ανυψωμένη εκ των προτέρων σ’ επιτακτικό κανόνα. Από τη στιγμή που οι διάφορες πράξεις βίας καθορίστηκαν σαν υποχρεωτικός κανόνας, το πράγμα αντικαθρεπτίζεται από την ανάποδη στο κεφάλι των νομομαθών, καθώς και στο κεφάλι των καιροσκόπων σοσιαλιστών: η «έννομος» τάξη παρουσιάζεται σαν ένα ανεξάρτητο δημιούργημα της «δικαιοσύνης» και η βία του κράτους σα μια απλή της συνεπεία, σα μια «κύρωση» των νόμων.
Σύμφωνα με την “λογική” των “μεταρρυθμιστών”, ενώ οι κυρίαρχοι στηρίζονται σε κάθε τους ενέργεια στη βία, μόνον όσοι υπόκεινται σε αυτήν, θα έπρεπε να αρνηθούν από την αρχή και για πάντα τη χρησιμοποίηση της βίας στην πάλη τους ενάντια στο σύστημα που τους καταδυναστεύει! Η νομιμότητα δίνει στη βία της κυρίαρχης τάξης, τη σφραγίδα του επιτακτικού και παντοδύναμου κοινωνικού κανόνα.
Η βία είναι και παραμένει το ύστατο μέσο της ανατροπής και του μετασχηματισμού, ο υπέρτατος νόμος των ανταγωνισμών, άλλοτε λανθάνων, άλλοτε εμφανής.
Δεν είναι η αγάπη προς τη βία ή ο επαναστατικός ρομαντισμός, αλλά σκληρή ιστορική ανάγκη, εκείνο που υποχρεώνει τα οργανωμένα καταπιεσμένα στρώματα να προετοιμάζονται για βίαιες συγκρούσεις αργά ή γρήγορα με την εξουσία, επειδή αναπόδραστα οι προσπάθειες τους θα σκοντάψουν σε ζωτικά συμφέροντα των κυρίαρχων. Το να θεωρούμε τον κοινοβουλευτισμό ως αποκλειστικό μέσο πολιτικής πάλης, δεν είναι λιγότερο αποπροσανατολιστικό και, ουσιαστικά, λιγότερο αντιδραστικό, από το να δεχόμαστε τη γενική απεργία ή τα οδοφράγματα, ως αποκλειστικά μέσα πάλης.
Η ακριβής κατανόηση αυτής της ανάγκης, χρησιμοποίησης της βίας, τόσο στα διάφορα επεισόδια του πολιτικού αγώνα, όσο και για την τελική κατάλυση της εξουσίας, είναι εκ των προτέρων απαραίτητη, γιατί ίσα-ίσα η κατανόηση αυτή είναι που δίνει ορμή και αποφασιστικότητα στις ειρηνικές και νόμιμες μάχες και δράσεις.
Αν οι δυνάμεις της ανατροπής και του μετασχηματισμού αποφάσιζαν να παραιτηθούν εκ των προτέρων και δια παντός από τη χρησιμοποίηση της βίας, αν επιχειρούσαν να υποχρεώσουν τις μάζες να σεβαστούν την κυρίαρχη νομιμότητα, τότε όλοι οι πολιτικοί της αγώνες, κοινοβουλευτικοί συνδικαλιστικοί, τοπικοί και άλλοι, θα χρεοκοπούσαν αξιοθρήνητα, αργά ή γρήγορα, για να δώσουν τη θέση τους στην αχαλίνωτη κυριαρχία της αντιδραστικής βίας.
